ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΝΕΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ

  • Δευ, 25/07/2011 - 11:16

Ενώπιον της
Πενταμελούς Β’Βαθμίου Γνωμοδοτικής Επιτροπής
(βάσει της υπ’αριθμ. 1422/27-1-2009 αποφάσεως του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων)

ΔΙΑ ΤΗΣ
Δ/ΝΣΕΩΣ ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΣ…………………………………………………..

ΕΝΔΙΚΟΦΑΝΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗ - ΕΝΣΤΑΣΗ

Του/της ………………………….., νέου αγρότη, κατόχου του ΑΦΜ ……………………………… Δ.Ο.Υ. …………………… κατοίκου ………………………, οδός …………………………….., αρ……… Τ.Κ.: ………….., τηλ.:…………………………………

Για την συμπλήρωση και μετατροπή της υπ’αριθμόν ……………… προτεινομένης Συμβάσεως του καθ’ ού, κοινοποιηθείσας εις εμέ την ………………/2010, κατά το μέρος που μου αποστερεί τη νόμιμη επιδότηση, την οποία ήδη έχει υπευθύνως αναλάβει το Δημόσιο να μου καταβάλει, εκπροσωπούμενο νομίμως υπό του κ.Υπουργού Α.Α. & Τ. καθώς και πάσης ετέρας συναφούς πράξεως του Δημοσίου.

* * * * * * * * * * * * * * *

Ι. Σύμφωνα με το άρ. 63 παρ. 3 του ΚΔΔικ, εφ’ όσον προβλέπεται από την ανωτέρω Υ.Α. 1422/27-1-2009 η δυνατότητα υποβολής της παρούσης εντός εικοσαημέρου προθεσμίας, παραδεκτώς, αρμοδίως και εμπροθέσμως υποβάλλεται αυτή, ως προς το ύψος της επιδοτήσεως η οποία μου καταβάλλεται και η οποία είναι ύψους …….000 Ευρώ, έναντι του αρχικώς αναγνωρισθέντος ως οφειλομένου, από τις Υπηρεσίες του αντιδίκου, ποσού ……..000 Ευρώ.

ΙΙ. Δεδομένου του ότι συγκέντρωνα και συγκεντρώνω όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την επιχορήγησή μου ύψους …………000 ευρώ, όπως αρχικώς είχε εξαγγελθεί, αναρτηθεί Δημοσίως (διαδικτυακώς και εγγράφως) και εγκριθεί ειδικώς για την περίπτωσή μου με την απόφαση/σύμβαση υπ’αριθμόν ……………. , λογικώς ανέμενα, λόγω και των εξόδων εις το οποία προέβην εν όψει της ήδη υπερημέρου και καθυστερημένης καταβολής της επιδοτήσεώς μου, την καταβολή έστω και ατόκως, του οφειλομένου ποσού. Ειδικότερα, από τα στοιχεία του φακέλου και τις διαπιστώσεις των αρμοδίων οργάνων που συγκέντρωσα και υπέβαλλα υπ’ όψιν του διενεργούντος τον Διαγωνισμό Οργανισμού, προέκυπτε ότι συγκέντρωνα άπαντα τα απαιτούμενα στοιχεία, ώστε να επιδοτηθώ διά του ποσού, το οποίον κατά ποσοστό 71%, ούτως ή άλλως, προέκυψε από Κοινοτικές Επιχορηγήσεις και Οδηγίες, ακριβώς για την ενίσχυση των Νέων Αγροτών και, ως γνωστόν, οι Οδηγίες και Διεθνείς Συμβάσεις, ως γνωστόν, ενσωματούμενες διά εκτελεστικών Κανονιστικών Πράξεων στην Εθνική Έννομο Τάξη, απολαμβάνουν ηυξημένης Τυπικής Ισχύος έναντι οιασδήποτε, μεταγενέστερης ή προγενέστερης, αντιτιθεμένης Διοικητικής Πράξεως (βλ. Φ.Αρναούτογλου, Νόμος Αντίθετος Προς Διεθνή Σύμβαση Είναι Αντισυνταγματικός, ΤοΣ, 1982, σ.46 επ, Κ.Ευσταθιάδης, Διεθνές Δίκαιον, Α’ 1950, Κ.Ιωάννου, Η Εφαρμογή Των Γενικώς Παραδεδεγμένων Κανόνων Του Διεθνούς Δικαίου Στην Ελληνική Έννομη τάξη, 1975, Ν.Ρόζου, Διεθνείς Συμβάσεις Που Δεν Χρήζουν Νομοθετική Κύρωση, ΤοΣ, 1985,σ.314 επ. κ.ά.).

ΙΙΙ.) 1.) Σύμφωνα όμως με την προσβαλλόμενη, εκρίθη ότι καίτοι το νομίμως ορισθέν ύψος αποζημιώσεώς μου ήτο …………000 ευρώ πέρυσι (2009), φέτος και χωρίς να έχουν μεταβληθεί εξ αιτίας μου τα πραγματικά (άρ. 21 ΚΔΔιαδ) και νομικά περιστατικά τα οποία οδήγησαν στη σύναψη της συμβάσεως με το Δημόσιο σε αυτό το ύψος, η επιδότησή μου θα έπρεπε να περικοπεί στο ύψος των…………000Ευρώ, κατά Παράβαση της Αρχής της Χρηστής Διοικήσεως και της Αιτιολογημένης Εμπιστοσύνης του Διοικουμένου. Η εισήγηση μάλιστα αυτής της μειώσεως, ήτο εξ αρχής εσφαλμένη και άνευ της παραμικράς νομικής αιτιολογήσεως, πέραν της ελλείψεως εγκρίσεως υπό του αρμοδίου Συλλογικού οργάνου (άρ. 13,14,15 ΚΔΔιαδ) άρα και η συναφής Απόφασις του Υπηρεσιακού Συμβουλίου ήτο απολύτως παράνομος και εσφαλμένη, ως αναιτιολόγητος άλλως πάντως λόγω παραβάσεως Ουσιώδους Τύπου της Διαδικασίας, με δύο τρόπους : είτε υπήρξε μεταβολή των πραγματικών περιστατικών επί τα χείρω και συνεπώς θα έπρεπε να ακολουθηθεί η ίδια διαδικασία για την έκδοση της νέας Αποφάσεως επιχορηγήσεώς μου, είτε (εάν δεν έχει υπάρξει μεταβολή των πραγματικών περιστατικών) δεν θα έπρεπε να είχε γίνει καμμία βλαπτική μεταβολή των όρων της ήδη συναφθείσης Διοικητικής Συμβάσεως μεταξύ εμού και του Δημοσίου (άρ. 22 ΚΔΔιαδ) ή, έστω, βλάβη, του Δικαιώματος Προσδοκίας μου κατά το Στάδιο της Προσυμβατικής Ευθύνης του Δημοσίου («προπαρασκευαστικές πράξεις του Δημοσίου» Παπανικολαΐδης, Διοικητικόν Δίκαιον, Α’, σ.150-3, Robbers, Schlichtes Verwaltungshanden, DOV, 1987, 272 – 4). Η σύλληψη της έννοιας της διοικητικής ανοχής άλλωστε, αποτελεί ένα έκτυπο παράδειγμα της αρχής της σκοπιμότητος της διοικητικής δράσεως. Η αρχή της σκοπιμότητος των ανωτέρω ενεργειών, με τη σειρά της, αποτελεί ειδικότερη εκδοχή της σταθμίσεως κόστους – οφέλους κατά τον έλεγχο της αναλογικότητος στις συμβάσεις του Δημοσίου (Κουτούπα – Ρεγάκου σε Σταμάτη, Όψεις του Κράτους Δικαίου, σελ.255 επ., 285 επ. Κοντόγιωργα – Θεοχαροπούλου, Η Αρχή της Αναλογικότητας Στο Εσωτερικό Δημόσιο Δίκαιο, σελ. 58 επ., 63 επ., Ορφανουδάκης, Η Αρχή της Αναλογικότητας, σελ. 38 επ.).

2.) Ως εκ τούτου η αιτιολογία μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της μεταξύ εμού και του Δημοσίου συναφθείσης συμβάσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού εσφαλμένως εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά (εφ’όσον το Δημόσιο έχει επιτύχει ποσού το οποίον θα δαπανηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη δράση εις την οποία συμμετείχα τρικαοσίων πέντε εκατομμυρίων ευρώ (305.000.000€), άλλως ως συνιστώσα παράβασιν Νόμου (κυρίως του Άρ. 105 ΕισΝΑΚ, του ΚΔΔ και του ΚΔΔιαδ τις διατάξεις του οποίου πληρούσα και πληρώ, αξιώνων και εκ του Δημοσίου να τηρήσει τις συμβατικές του δεσμεύσεις) και παράβασιν των Αρχών της Χρηστής Διοίκησης, Κράτους Δικαίου, Δικαιολογημένης Εμπιστοσύνης του Διοικουμένου, Αναγκαιότητος και Αξιοκρατίας αφού κατά διαπίστωσιν μέχρις και του ιδίου του Δημοσίου, διέθετα ακριβώς τα προσόντα, ιδιότητες και στοιχεία που εδήλωσα και τα οποία ήταν απολύτως απαραίτητα, άλλως το ίδιο το Δημόσιον, δεν θα με αξιολογούσε τυπικώς και αντικειμενικώς ως δικαιούχο επιδοτήσεως ύψους …………..000 ευρώ, κατά παράβασιν της Αρχής της Ισότητος, της Ισονομίας, της Αναλογικότητος και της Αναγκαιότητος!

ΙΙΙΙ.) Εν πάσει περιπτώσει, η κρινομένη περίπτωσις θα πρέπει να εξετασθή με βάση την συνταγματική αρχή της Χρηστής Διοίκησης, η οποία, εκτός των άλλων, υπαγορεύει την καλοπροαίρετη και επιεική στάση του Κράτους έναντι των πολιτών, ενώ επιβάλλει στα διοικητικά όργανα να ασκούν τις αρμοδιότητές τους σύμφωνα με το αίσθημα περί Δικαίου που επικρατεί, ώστε κατ’ εφαρμογήν των σχετικών διατάξεων να αποφεύγονται οι ανεπιεικείς και απλώς δογματικές ερμηνευτικές εκδοχές και να επιδιώκεται η προσαρμογή των κανόνων δικαίου προς τις επικρατούσες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες και απαιτήσεις, η αναζήτηση της αληθούς ουσίας των δηλώσεων και η σταθμισμένη εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομιζομένων εγγράφων. Όταν η Διοίκησις έχει την δυνατότητα να συναγάγει ποιός είναι ο καταλληλότερος για την κάλυψη του συμβατικώς συμφωνηθέντος ύψους των εξόδων ενάρξεως της αγροτικής του δραστηριότητος, αντί να κρύπτεται όπισθεν προβληματικών διατυπώσεων των ιδίων αυτής εγγράφων, πρέπει να επιλέγει βάσει των προσκομιζομένων στοιχείων και συναφθεισών συμβάσεων ή υποβληθεισών προτάσεων εκ μέρους της Διοικήσεως προς τον διοικούμενο για σύναψη συμβάσεως. Και αυτό προκύπτει άνευ αντιλογίας, από την συνεκτίμηση των στοιχείων που έχω υποβάλλει.

Είναι σαφές ότι αντιβαίνει εμφανώς στην ανωτέρω Αρχή, η οικονομική καταστροφή μου, διά της μη καλύψεως ούτε καν των εξόδων εις τα οποία προέβην εν όψει της αρχικώς συναφθείσας συμβάσεώς μου μετά του Δημοσίου. Κατά συνέπεια δεν είναι δυνατό να απορριφθώ, επειδή εσφαλμένως εκρίθη, ότι δήθεν υφίσταται νόμιμος λόγος μειώσεως ποσού επιδοτήσεώς μου. Ως εκ τούτου η άρνησις ότι συντρέχουν εις το πρόσωπό μου οι προϋποθέσεις καταβολής των αρχικώς συμπεφωνηθέντων και υπεσχημένων, συνιστούν πέραν από παράβασιν Νόμου και καταχρηστική ενάσκησιν δικαιώματος κατά το ΑΚ281 και παράβασιν της Αρχής της Χρηστής Διοικήσεως, γεννώντας και Αποζημιωτικήν Ευθύνη του παρατυπούντος οργάνου κατά άρ. 106 ΕισΝΑΚ.

V.) Επειδή η επιλογή έγινε εσφαλμένως και αναιτιολογήτως, κατά παράβασιν του άρ. 10 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρ. 17 του Κώδικος Διοικητικής Διαδικασίας. Η δε αρχή της Αιτιολογήσεως των δυσμενών αποφάσεων της Διοικήσεως (εις βάρος της επαγγελματικής εμού εξελίξεως) είναι τόσο βασική και θεμελιώδης διά το Πολίτευμα της Ελλάδος, που διαπνέει και τον ΚΠΔ (άρ.139, 510,484) αλλά και την Κοινοτική Έννομον Τάξιν (άρ. 253 ΣυνθΕΚ).

Επειδή η συνταγματική κατοχύρωση της αστικής ευθύνης του Κράτους καθιστά ευχερή την ενατένιση του διοικητικού χώρου δράσης πέρα και εκτός των νομοθετικών επιλογών (ΣτΕ 1563/2002, ΕΔΚΑ 2002, 98, ΔΠΙωαν 352/02) του άρ. 105ΕισΝΑΚ, επί των άρ. 17 Συντ/τος και 1 ΠΠΕΣΔΑ (ΔιΔικ 2004,522-530), βάσει των οποίων η αρχή της αστικής ευθύνης του Δημοσίου αποτελεί στοιχείο του Κράτους Δικαίου, της Ισότητας συμμετοχής στα Δημόσια Βάρη, με συμπαρομαρτούντα τα άρ. 104 και 106 ΕισΝΑΚ (Παυλόπουλος, Η Αστική Ευθύνη του Δημοσίου, Ι, σελ. 134 επ., του ιδίου ΣυμμΦΒ, 118επ, Θεοχαρόπουλος, Η Αρχή της Ισότητας των Πολιτών στα Δημόσια Βάρη και Η Αστική Ευθύνη του Κράτους, σελ. 386 επ., ΕφΑθ 2719/53, ΑρχΝ 1953, σελ.675 : «εγκειμένου εις την προσιδιάζουσαν εν πολιτεία δικαίου πληρεστέρα διασφάλισιν των αξιώσεων των πολιτών εκ των παρανόμων πράξεων των προστηθέντων ως ενδεχομένως αφερεγγύων προς αποκατάστασιν της πταίσματί των προξενηθείσης βλάβης», Burrichter,Anm, zu OLG, Hamm., Urt.v.28.4.1972 – II U 29/71, NJW 1973,192). Ενώ επίσης, δεν υφίσταται κανένας λόγος άρσεως του καταλογισμού του εν λόγω ποσού εις βάρος του Προγράμματος, δεδομένου του ότι και με την καταβολή του ποσοστού Κοινοτικής συμμετοχής, χωρίς τη συμμετοχή του Δημοσίου, το κονδύλιο το οποίο δικαιούμαι, μου οφείλεται, λόγω πληρώσεως των στοιχείων και προαπαιτουμένων του Προγράμματος που συνεδέθησαν άπαξ και διά παντός μετά της καταβολής του αρχικού ποσού επιδοτήσεώς μου, «όχι μόνο από εκτελεστές διοικητικές πράξεις των οργάνων του Δημοσίου ή παραλείψεις προς έκδοση τέτοιων πράξεων, αλλ΄ακαι από υλικές ενέργειες» (ΑΕΔ 6/1996, ΔιΔικ 1997/70).

Επειδή η παρούσα είναι εμπρόθεσμος, τυπικώς παραδεκτή και πραγματικώς αληθής.

Επειδή δι’ όλους τους ανωτέρω νομίμους και βασίμους λόγους, το Β’ Βάθμιο Συμβούλιο οφείλει να διαπιστώσει τη βασιμότητα (τύποις και ουσία) της παρούσης.

Επειδή η προσβαλλομένη πράξις εξεδόθη κατ’ εσφαλμένη ερμηνείαν, εκτίμησιν και εφαρμογήν των κειμένων διατάξεων και των πραγματικών περιστατικών, με ζημιώνει ευθέως και αναιτιολογήτως, ενώ οι πραγματικές συνθήκες είναι καλύτερες μετά τη σύναψη της αρχικής προγραμματικής συμβάσεως, περιέχει δε πλημμελή και παράνομον αιτιολογίαν, είναι ως εκ τούτου ακυρωτέα.

Επειδή η παρούσα είναι νόμιμος, βάσιμος και αληθής.

ΔΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Και επιφυλασσόμενος παντός νομίμου δικαιώματός εμου

ΑΙΤΟΥΜΑΙ

Να γίνει δεκτή η παρούσα.

Να επαναληφθεί η κρίσις επί του ποσού το οποίον δικαιούμαι, υπό του αρμοδίου συλλογικού οργάνου, το οποίον οφείλει να μου απαντήσει εμπεριστατωμένως και αιτιολογημένως.

Να αναγνωρισθεί ότι το καταβληθέν ποσόν των …………..000 Ευρώ είναι μόνον μέρος της συνολικής οφειλής του Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου, προς ενίσχυσή μου.

Να ακυρωθεί η προσβαλλομένη, καθώς και κάθε άλλη συνάδουσα μεθ’ αυτής πράξη, κατά το μέρος αυτής, που αφορά την καταβολή ΜΟΝΟΝ του ποσού των …………….000 Ευρώ.

Να μου καταβληθεί, με νέα απόφαση, το ποσόν των ……………….000 Ευρώ, ως διαφορά μεταξύ των οφειλομένων (………..000 Ευρώ) και καταβληθησομένων (……….000 Ευρώ).

Εις την πόλη ………………, …/…/2010

Ο Προσφεύγων - Ενιστάμενος


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟΣ

Εικόνα Μιχαηλίδης Δημήτρης

Μιχαηλίδης Δημήτρης

Τεχνικός σύμβουλος της Πανελλήνιας Ένωσης Νέων Αγροτών, Συνεργάτης του ΑΓΡΟΡΑΜΑ, Δημοσιογράφος, Συντάκτης του newsletter ΑΓΡΟΝΕΑ